Filmsurfing : Film posters from Ghana

Τη δεκαετία του 80 με την άνοδο του video, δόθηκε η ευκαιρία σε λιγότερο αναπτυγμένες χώρες να παρακολουθούν ευκολότερα ταινίες, κάτι που στο παρελθόν ήταν σχεδόν αδύνατο. Στην μακρινή Γκάνα μικροί “επιχειρηματίες” ταξίδευαν σε όλη τη χώρα παρέα με μια συσκευή video και μερικές VHS προβάλλοντας ταινίες σε σπίτια ή μικρούς χώρους που είχαν τηλεόραση. Για την ανάπτυξη της “επιχείρησης” – που είναι γνωστή σήμερα ως mobile cinema – χρειαζόταν όμως κάποιου είδους διαφήμιση που θα ειδοποιεί τον κόσμο στο εκάστοτε μέρος προβολών και η ανάγκη αυτή γέννησε μια σειρά από τις πιο αξιοπερίεργες και αλλόκοτες αφίσες που έχουν δει τα μάτια μας.

Τουλάχιστον αριστουργηματικές, οι αφίσες αυτές ζωγραφισμένες κυρίως σε σάκους για αλεύρι, φτιάχτηκαν από καλλιτέχνες που είχαν πλήρη ελευθερία να ζωγραφίσουν οτιδήποτε ξυπνά τη φαντασία τους ανάλογα με τον τίτλο της ταινίας προς διαφήμιση. Κάτι παραπάνω από cult στη σημερινή εποχή οι περισσότερες  καταγράφονται στο βιβλίο Extreme Canvas: Hand-Painted Movie Poster from Ghana, ενώ δεν είναι λίγες αυτές που διατίθενται για πώληση, παρά τη φθορά που τις προκαλεί ο χρόνος.

Invictus – Clint Eastwood (2009)

Από το Olympia της Ρίφενσταλ  ως τη Ρεάλ του Φράνκο και από τον Αμερικάνο και τον Καμάρα ως το Forza Italia του Μπερλουσκόνι ο αθλητισμός εκμεταλλεύεται τη πολιτική και το αντίστροφο. Λαϊκό θέαμα ο αθλητισμός στο οποίο η δημοφιλία  του θριαμβευτή μπορεί να χειραγωγήσει ή να αποπροσανατολίσει τα πλήθη. Λαϊκή εντολή χρειάζεται η δεύτερη, που για κάποιον που βοηθά στον αθλητικό θρίαμβο έρχεται πιο εύκολα.

Το Invictus του Clint Eastwood μελετά μια πιο ευγενή εκδοχή της σχέσης,  το τι μπορεί να κερδίσει η πολιτική από τον αθλητισμό όταν μια νίκη ταυτίζεται με εθνική και καταφέρνει να αποτελέσει σύμβολο ευημερίας και ειρήνης. Κερδίζει (ή…χάνει) από το γεγονός ότι μιλά για μια ιστορία στην οποία το παρασκήνιο είναι μηδαμινό, και αποτελεί απλά μια ευτυχή συγκυρία. Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων του Nelson Mandela, το παγκόσμιο πρωτάθλημα rugby διεξάγεται στην Ν. Αφρική. Ο σοφός ηγέτης (η έκφραση χρησιμοποιείται διόλου τυχαία) θεωρεί πως η κατάκτηση του τροπαίου αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για να διαφημίσει την πολιτική που θέλει να ακολουθήσει στη συνέχεια. Πολιτική που θέλει να ξεκαθαρίσει πως η επόμενη μέρα μετά το απαρτχάιντ δε θα είναι μια εποχή εκδίκησης κατά των λευκών, αλλά συνύπαρξης των 2 φυλών.

Το πιο σημαντικό και ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας βρίσκεται πιθανά στο πρώτο μισό της, εκεί όπου παρατηρούμε την αγωνία των λευκών για το μέλλον τους στη χώρα. Δυστυχώς ο Eastwood θεωρεί σημαντικότερο το δεύτερο μέρος – την ίδια τη διοργάνωση δηλαδή – και έτσι ξεπερνά τη πρώτη ώρα χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση. Τα όποια προβλήματα στο ξεκίνημα της νέας κυβέρνησης λύνονται από τον Mandela σ’ ένα ρεσιτάλ αποφθεγμάτων και σοφιστειών, που είναι κομμένες και ραμμένες για ηθοποιό που έχει μελετήσει προσεκτικά το λόγο του Αφρικανού πολιτικού, κάτι που έκανε όπως αναμενόταν ο Freeman.  Η προσήλωση αυτή στους λόγους του Mandela αντανακλά και τη διάθεση του Eastwood να βολευτεί με μια προσωπογραφία παρά να εξερευνήσει τις κοινωνικές και πολιτικές δυσκολίες που είχε το εγχείρημα της διακυβέρνησης του. Ακόμη περισσότερο βόλεμα περιέχει το δεύτερο μισό όπου πλέον βλέπουμε ένα συμβατικό αθλητικό δράμα, στο οποίο ο αρχηγός της ομάδας της Ν.Αφρικής (ο χοντρούλης, για τις ανάγκες του ρόλου, Matt Damon) μαγεύεται από τον πρόεδρο της χώρας του και προσπαθεί να εμφυσήσει μέρος της σοφίας του στους συμπαίκτες. Ηρωισμοί, πομπώδεις σκηνές αλλά τουλάχιστον και εν μέρει σοβαρότητα από τον Eastwood που δεν παρουσιάζει τους αντιπάλους της χώρας ως εχθρικούς στο θεατή σε μια διοργάνωση που όπως και να ΄χει καλύπτεται μονομερώς.

Το Invictus γυρίστηκε εξ’ ολοκλήρου στη Ν.Αφρική, γράφτηκε από γηγενή σεναριογράφο και έχει πρωταγωνιστή τον Morgan Freeman σε έναν ρόλο που όλοι λίγο πολύ υποπτευόμασταν πως κάποια στιγμή θα παίξει – άλλωστε και ο ίδιος ο Mandela παλιότερα τον έχρισε ως μοναδικό ικανό. Επίσης διόλου τυχαία παρουσιάζεται λίγους μήνες πριν η χώρα φιλοξενήσει μια ακόμη μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση. Μέσα σε όλα αυτά, περισσότερο παρίσταται το όνομα του Eastwood παρά η προσωπικότητα του, και το φιλμ μοιάζει ως το πιο εύκολο του εδώ και χρόνια.

Filmsurfing : Dudeism

Κοιτώντας πρόσφατα τη φιλμογραφία των αδερφών Coen, έμεινα σχεδόν έκπληκτος όταν κατάλαβα πως τόσο καιρό δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θεωρώ τις περισσότερες από αυτές εξαιρετικές – και βάλε. Χωρίς να μου είναι εύκολο να διαλέξω την καλύτερη (μάλλον αδύνατο φαίνεται), στέκομαι στην πιο επιδραστική για το (ευρύ) κοινό τους. Το Big Lebowski όχι μόνο δεν είναι η καλύτερη δουλειά τους, αλλά δεν είναι και ένα φιλμ που θυμίζει Coen, παρ’ όλα αυτά έχει καταφέρει να μετουσιωθεί σε κάτι ανώτερο. Σε θρησκεία

Πιο συγκεκριμένα ο κεντρικός ήρωας – The Dude – ερμηνευόμενος από τον Jeff Bridges με την φιλοσοφία του για την καθημερινότητα έγινε πηγή έμπνευσης για πολλούς μικρότερου βεληνεκούς dudes του πλανήτη. Ένας εξ’ αυτών, ο δημοσιογράφος Oliver Benjamin ιδρύει το 2005 τη θρησκεία Dudeism, κάτω από το επίσημο όνομα The Church of the Latter-Day Dude. Το site που μας απασχολεί εξηγεί την βασική φιλοσοφία της θρησκείας, δηλώνει ξεκάθαρα την μη ύπαρξη εμπορικής σχέσης με την ταινία καθώς δηλώνει αυστηρά εμπνευσμένο από τον χαρακτήρα και μόνο, παρουσιάζει τους σπουδαιότερους dudes στην ιστορία του κόσμου (που όλοι τους προϋπήρξαν του Lebowski), παρέχει την ηλεκτρονική εφημερίδα The Dudespaper και τέλος ζητά από τον κόσμο να χειροτονηθεί Dudeist Priest. Όποιος το κάνει αποκτά δικαιώματα σε συγκεκριμένες πολιτείες των ΗΠΑ – αλλά σε και σε κάποιες χώρες που η θρησκεία έχει αναγνωριστεί – να τελέσει μυστήρια όπως γάμους και κηδείες. Spread the Dude word !

London River – Rachid Bouchareb (2009)

Η μισαλλοδοξία που εκφράζεται από την ανάγκη μας για ασφάλεια, στοιχείο αναπόσπαστο με το ξεκίνημα του νέου αιώνα έχει πάντα έναν φορέα και έναν δέκτη. Και είναι η αντίδραση των 2 πλευρών αυτή που θα μεταμορφώσει την ιδεολογία σε μεγέθυνση του προβλήματος (με άσκηση βίας για παράδειγμα) ή σε γεφύρωση του χάσματος όταν πρυτανεύει η λογική ή απαιτείται η συνεργασία για την επίλυση σπουδαιότερων και πιο άμεσων προβλημάτων.

Το πιο σημαντικό στο London River είναι πως χρησιμοποιείται η τρομοκρατική επίθεση στο Λονδίνο το 2005 όχι για να φτιάξει ηρωικές ιστορίες (βλέπε World Trade Center) αλλά σαν το άμεσο πρόβλημα ώστε να θίξει το παραπάνω φαινόμενο. Η ιστορία παρουσιάζει 2 γονείς, Αγγλίδα που ζει στην επαρχία και Αφρικανός μετανάστης που ζει για χρόνια στη Γαλλία, που από τη μέρα της επίθεσης έχουν χάσει τα ίχνη της κόρης της και του γιου του αντίστοιχα. Οι δρόμοι τους μοιραία θα ενωθούν όταν διαπιστώσουν ότι ζούσαν μαζί και είχαν εντρυφήσει ο ένας στην κουλτούρα του άλλου. Από το σημείο εκείνο το φιλμ παράλληλα με την εξέλιξη της υπόθεσης, ασχολείται με την στάση του ενός γονέα προς τον άλλον και την πορεία που έχει η μεταξύ τους σχέση. Η Αγγλίδα Elisabeth, με την αφέλεια ίσως μιας επαρχιώτισσας, θεωρεί ότι η κόρη της ξεγελάστηκε ώστε να προσηλυτιστεί στον μουσουλμανισμό αγνοώντας εντελώς την περίπτωση να ήταν κάτι τέτοιο δική της επιλογή (σε μια από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας αναρωτιέται μάλιστα γιατί κάποιος σήμερα να θέλει να μάθει αραβικά). Ζώντας σε ένα μέρος χωρίς μετανάστες η όποια άποψη που έχει για τους μουσουλμάνους είναι προφανώς από τις (όσες)ειδήσεις ακούει. Από την άλλη ο Ousmane, δεν αντιδρά καθόλου στις κατηγορίες της, υπονοώντας πως έχει αντιμετωπιστεί έτσι στη ζωή του στην Ευρώπη αρκετές φορές θεωρώντας το και αυτό ως κάτι συνηθισμένο. Η ευγενική του φιγούρα και οι αθόρυβες προσπάθειες του να βρει λύση στο μυστήριο των παιδιών είναι τα στοιχεία που αλλάζουν τον τρόπο σκέψης της Elisabeth που παρατηρώντας τον βλέπει μια τελείως διαφορετική εικόνα ανθρώπου από αυτή που είχε στο μυαλό της. Την πορεία της σχέσης την αβαντάρει πάντως αρκετά το σενάριο σύμφωνα με το οποίο συναντιούνται τυχαία σχεδόν…παντού στο Λονδίνο.

Όπως και να ΄χει το φιλμ του γαλλοαλγερινού (2 φορές υποψήφιου για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας) Bouchareb περιγράφει μια υπαρκτή κατάσταση που δεν δείχνει να συρρικνώνεται εύκολα παρά την χρόνια συνύπαρξη του δυτικού κόσμου με τον υπόλοιπο. Οι προκαταλήψεις και οι φοβίες που οδηγούν σε, άνευ λογικής, μίσος έχουν σημειωθεί σε πολλές περιπτώσεις στην εποχή μας και αν θεωρείται ελπιδοφόρο για το φιλμ ότι αυτές οι προκαταλήψεις μπορούν να διαλυθούν, είναι ανησυχητικό είναι πως αυτό γίνεται στην προκειμένη υπό το πρίσμα μιας τραγωδίας.

The Girlfriend Experience – Steven Soderbergh (2009)

Προσπαθώντας περισσότερο να συλλέξει ιδιαίτερα πλάνα, το μοντάζ των οποίων θα μπορεί να χαρακτηριστεί ταινία, ώστε να συνεχίσει το project που άρχισε με το Bubble το 2005, ο Steven Soderbergh παρουσιάζει τη δεύτερη δουλειά του για φέτος μετά το Informant. Σκοπός του project για την ιστορία, η ταυτόχρονη κυκλοφορία ταινιών σε αίθουσες, DVD και video-on-demand  με σκοπό τον πειραματισμό πάνω στη διανομή.

Και αν αυτό τον κατατάσσει δικαίως σε πρωτοπόρο της κινηματογραφικής βιομηχανίας, σίγουρα δεν του προσφέρει κάτι καινούργιο στον ρόλο του ως σκηνοθέτη. Το Girlfriend Experience παρουσιάζει την Chelsea, μια κοπέλα που δουλεύει ως συνοδός με την ιδιαιτερότητα πως κάθε της δουλειά δεν καταλήγει απαραίτητα στο sex, καθώς προσφέρει στον πελάτη την ευκαιρία να της μιλήσει όπως ακριβώς θα μιλούσε στην εκάστοτε κοπέλα του, ή να πει αυτά που θα φοβόταν να πει στη γυναίκα του. Όπου πελάτης, συνήθως μεγαλοστελέχη και επιχειρηματίες που υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ, βρίσκονται σε δυσμενή θέση λόγω της αβεβαιότητας τους για το μέλλον που έρχεται. Όλοι οι διάλογοι προβάλλονται από ανορθόδοξες γωνίες λήψης και είναι ως επί το πλείστον ψυχροί και αδιάφοροι μη μπορώντας να μεταφέρουν στον θεατή ακριβώς αυτό το συναίσθημα του φόβου που νοιώθει ο επιχειρηματικός κόσμος για την παρούσα κατάσταση. Σε καμία περίπτωση επίσης δεν φαίνεται και η έλλειψη συντροφικότητας των μελών αυτού του κόσμου και η ανάγκη έστω να αγοραστεί , πέρα από το σεναριακό εύρημα. Η πρωταγωνίστρια Sasha Grey, νυν και πολυβραβευμένη porn star, είναι μέσα στην άνεση και δεν μειονεκτεί έναντι των υπολοίπων, είναι όμως κάτι παραπάνω από προφανές πως η επιλογή της σχετίζεται με το project που λέγαμε στην αρχή καθώς πολλοί, ειδικά σε DVD και pay per view, “τσίμπησαν” με το όνομα της.

Το Girlfriend Experience δεν είναι σινεμά, αλλά μια μελέτη του σινεμά σε πιθανές εκδοχές του μέλλοντος του, έτσι είναι και δύσκολο να κριθεί ως σινεμά (ή τέλος πάντων αν κριθεί ως προς αυτό αποτυγχάνει πλήρως). Τα νούμερα που θα φέρει είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα από τα πλάνα του, ανακηρύσσοντας τον Soderbergh σε κάτι σαν γκουρού της βιομηχανίας, καθώς είναι ικανός να δίνει εμπορικά ικανοποιητικά φιλμ και με τα κέρδη τους να μπορεί να φιλμάρει ότι του καπνίσει – θυμηθείτε το πολύ κακό Full Frontal. Πάντως αν θέλετε να δείτε το τελευταίο πόνημα του λόγω της Gray προτιμήστε άλλες δουλειές της – ενδεικτικά το Babysitters, για το οποίο βραβεύτηκε στην κατηγορία Best Oral Scene, ή τα επίσης βραβευμένα Swallow my Squirt 4 και Blow me Sandwich 11.

Zift – Javor Gardev (2008)

zift-5Μοιραία η πρώτη απορία που έχεις βλέποντας το Zift είναι πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που είδες ταινία από τη Βουλγαρία στην ελληνική διανομή. Όσο όμως περνούν τα λεπτά και ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι η μνήμη σου αδυνατεί να δώσει απάντηση σκέφτεσαι πως διάολο προήλθε από μια χώρα με μηδαμινή κινηματογραφική παράδοση ένα φιλμ σαν αυτό.

Το Zift δεν είναι ακριβώς ένα διαμάντι, σαν αυτό για το οποίο μπλέκει ο ήρωας. Είναι όμως μια ταινία που μοιάζει με εναλλακτικό προϊόν μιας ήδη ώριμης κινηματογραφικά χώρας, και αυτό μάλλον προκαλεί περισσότερη εντύπωση. Παρουσιάζει με flashbacks την ιστορία του Moth, που φυλακίσθηκε άδικα λίγο πριν την αλλαγή καθεστώτος στη Βουλγαρία, έχοντας ως βάση τη μέρα της αποφυλάκισης του και την περιπλάνηση του σε μια νέα γι’ αυτόν αλλά εντελώς αποκρουστική χώρα. Στο πλαίσιο της αποκήρυξης των κομμουνιστικών καθεστώτων των χωρών της ανατολικής Ευρώπης που βλέπουμε μέσω του σινεμά τους τα τελευταία χρόνια, το φιλμ δεν αντιτίθεται και αυτό ιδεολογικά στο καθεστώς, αλλά παρουσιάζει με πανέξυπνα σχόλια τη λάθος εφαρμογή του. Πρώην απατεώνες βαθμοφόροι, πνιγμένοι στο αλκοόλ πολίτες, πάμφτωχοι τυχοδιώκτες, όλοι μικροί ήρωες ενός σάπιου συστήματος. Ο ήρωας, βγαλμένος σαν από βιβλίο του Palahniuk, όσο περνά το πρώτο του 24ωρο εκτός φυλακής μοιάζει να έχει μπει σε έναν ανεπανάληπτο εφιάλτη, στον οποίο ταιριάζει γάντι η ασπρόμαυρη, εξπρεσιονιστική φωτογραφία. Σκηνοθέτης και συντελεστές, σχεδόν πρωτάρηδες σε τέτοιες παραγωγές, εκμεταλλεύονται και το τελευταίο cent των 700 χιλιάδων ευρώ πού είχαν για budget για να δώσουν ένα αποτέλεσμα τέτοιο που μοιάζει με επίτευγμα για αυτό το μέγεθος των χρημάτων. Με τη βοήθεια των οπτικών εφέ αλλά και πολλών νυχτερινών πλάνων πετυχαίνουν αναπαράσταση της περιόδου, ειδικότερα στον δύσκολο τομέα των, μη υπάρχοντων σ’αυτή τη μορφή σήμερα, μεγαλοπρεπών κτιρίων της. Βέβαια το μίξερ πολιτικής, αστυνομικής ιστορίας noir αισθητικής, περίεργων γωνιών λήψης και συνεχόμενων μεταφορών στο χρόνο (που διαφαίνονται οπτικά μάλιστα με χρήση διαφορετικών φακών) δημιουργεί ορισμένες φορές ένα αλαλούμ που δεν είναι όμως ικανό να καταστρέψει το φιλμ – αντιθέτως είναι και λίγο μέρος της γοητείας του.

Το φιλμ παρουσιάστηκε στο περσινό φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όπου το word of mouth δούλεψε περίφημα και έτσι στη δεύτερη του προβολή έγινε το αδιαχώρητο. Ο θόρυβος εκείνων των ημερών έφερε την αγορά και την καθυστερημένη έστω προβολή του, 1 χρόνο περίπου μετά. Στη Βουλγαρία πάντως πήγε πολύ καλά εμπορικά, ενώ τα διάφορα βραβεία και διακρίσεις σε φεστιβάλ το κατέταξαν σε μια από τις πιο εκλεκτές βαλκανικές ταινίες του 2008. Και στα δικά μας…

[Από το www.cinemart.gr]

Das weisse Band – Michael Haneke (2009)

whiteribbonΤο μεγαλύτερο μέρος του έργου του Michael Haneke προσπαθεί να εξετάσει φαινομενικά αναίτια κρούσματα βίας στην εποχή μας και να τα δικαιολογήσει, ζητώντας τη συμμετοχή του θεατή, με βάση την ενδελεχή καταγραφή των δομών της κοινωνίας. Δουλεύοντας σ’ αυτό το μοτίβο με μεθοδικότητα και κυρίως πειθαρχία πιο αυστηρή και από αυτή των ηρώων της Λευκής Κορδέλας, με ένα άλμα στο χρόνο παρουσιάζει επί της οθόνης το αυταπόδεικτο γι ’αυτόν , πως η ψύχραιμη αυτή καταγραφή δίνει όλες τις απαντήσεις για τα αίτια ιστορικών κοινωνικοπολιτικών φαινομένων με την ίδια ακρίβεια.

Το φιλμ καταγράφει πώς επηρεάζεται η καθημερινότητα σε ένα μικρό γερμανικό χωρίο, όταν λίγο πριν την έναρξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου λαμβάνει χώρα μια σειρά από περίεργα περιστατικά. Ένα παράδοξο ατύχημα στέλνει το γιατρό του χωριού στο νοσοκομείο, μια αμέλεια στέλνει μια εργάτρια στο τάφο και ο γιος του βαρόνου και ιδιοκτήτη του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής χάνεται και βρίσκεται χτυπημένος. Περιγράφοντας την αναταραχή ο Haneke ξεκινά με φοβερή οικονομία πλάνων (παρά τα 140 λεπτά) να αναλύει διεξοδικά τη μικρή αυτή κοινωνία έχοντας 2 προτεραιότητες. Πρώτα να χωρίσει σε 2 στρατόπεδα μεγάλους και παιδιά με τους μεν να κατέχουν χαρακτηριστικές θέσεις και ρόλους και τα δε να ασφυκτιούν προσπαθώντας να τηρούν τους κανόνες συμπεριφοράς που τους επιβάλλονται. Επιπλέον φροντίζει οι χαρακτήρες και οι ρόλοι των ενηλίκων να είναι τόσο διακριτοί ώστε το πέρασμα από το ειδικό στο γενικό να είναι εμφανέστατο και να γίνεται κατανοητό από τον θεατή πώς παρατηρεί τη μικρογραφία μιας ολόκληρης χώρας. Πρωταρχικός σκοπός η πλήρης κατανόηση του περιβάλλοντος που μεγάλωσαν τα παιδιά, που αποτέλεσαν αργότερα τη γενιά που έφερε τον Χίτλερ. Πέρα απ’αυτό, η συνειδητοποίηση πως υπό κάποιες συνθήκες εξωτερικεύεται με τον πιο άσχημο τρόπο η σκοτεινή ανθρώπινη πλευρά, το Κακό, ακόμη και στα πιο αθώα πρόσωπα και ηλικίες. Η αποτυχία μιας κοινωνίας φεουδαρχικής και θρησκόληπτης που δεν έγκειται στο ότι οδήγησε τον κόσμο σε έναν αιματηρό πόλεμο αλλά πως έφτιαξε μια νέα γενιά που οδήγησε τον κόσμο σε έναν ακόμη μεγαλύτερο.

Και αν οι χειρουργικής ακρίβειας παρατηρήσεις του σκηνοθέτη δεν εκπλήσσουν πλέον, το φιλμ απογειώνεται στον εικαστικό τομέα. Από την οπτική απεικόνιση του χωριού, τα κοστούμια ως την εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία – τα παιδιά άλλωστε μεγαλώνουν με τη φιλοσοφία του ευδιάκριτου καλού και κακού, άσπρο και μαύρο. Οι ερμηνείες που αποσπώνται από γνωστούς και άγνωστους ηθοποιούς είναι μοναδικές – ειδικά των παιδιών – και απόλυτα προσαρμοσμένες στη λογική που θέλει ως πρωταγωνιστή το σύνολο των κατοίκων και όχι κάποιους μεμονωμένους. Φροντίζοντας, ίσως όσο ποτέ άλλοτε, τα συστατικά του ο Haneke δείχνει να ακροβατεί σε όλη τη διάρκεια ανάμεσα σε μια αισθητική τελειομανία και σε προσπάθεια να μην αποσπά το κοινό μ ‘αυτή αλλά να το οδηγεί στην ουσία, στα συμπεράσματα. Αυτό είναι που δίνει και στο φιλμ μια σπάνια αίσθηση πληρότητας, τέτοιας που ακόμη και ένας Χρυσός Φοίνικας μοιάζει μικρός να την καλύψει ως μέγεθος, πόσο μάλλον η γνώμη του ταπεινού γράφοντα πως πρόκειται για το πρώτο καθαρό αριστούργημα της σεζόν.

[Από το www.cinemart.gr]

The Ugly Truth – Robert Luketic (2009)

uglytruthΠροσπαθώντας να μην ξεφύγει ούτε δευτερόλεπτο από τα τυπικά, το Ugly Truth δείχνει γιατί η αισθηματική κομεντί γίνεται με τον καιρό όλο και πιο αγαπητή στους παραγωγούς – όχι ότι δεν ήταν ποτέ. Το μόνο που έχουν να πετύχουν είναι να βρουν 2 πρωταγωνιστές με σωστή χημεία, κάτι που φτάνει για να εξασφαλίσει την επιτυχία του φιλμ καθώς τα επί μέρους συστατικά του όσο ανύπαρκτα και αν είναι δεν πρόκειται να σταθούν εμπόδιο.

Κάπως έτσι η γλυκιά Katherine Heigl (που ποντάρει στο hype της και αναλαμβάνει καθήκοντα executive producer) και ο super cool Gerald Butler στις καλές τους στιγμές φτάνουν και περισσεύουν. Αυτή ως παραγωγός πρωινού show σε τηλεοπτικό σταθμό και αυτός ως θρασύς παρουσιαστής που θα σηκώσει την τηλεθέαση της εκπομπής της. Από το πρώτο πλάνο είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο τι θα γίνει. Μούδιασμα και νεύρα στην αρχή λόγω των αντίθετων χαρακτήρων, συνεργασία και συμπάθεια στη συνέχεια, ένας μικρός καυγάς και τέλος ο έρωτας νικά. Ο Luketic μάλιστα παίρνει master στην τυποποίηση ελαχιστοποιώντας ότι μπορεί να τραβήξει την προσοχή από το πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Ελάχιστες πραγματικά αστείες στιγμές, ανύπαρκτοι βοηθητικοί χαρακτήρες και προφανώς καμία διάθεση σοβαρού σχολιασμού περί των σχέσεων. Αντιθέτως μπόλικο στυλ και σέξι διάθεση και από τους 2 , τόσο ώστε η φρεσκάδα και πρωτοτυπια που κυνηγά το φιλμ να καταλήγει σε βαθειά, πολύ βαθειά συντηρητικότητα.

Η μαύρη αλήθεια για τη Γυμνή Αλήθεια είναι όμως τα 88 εκατομμύρια δολλάρια που μάζεψε με ευκολία στις ΗΠΑ, σχεδόν 50 παραπάνω από το budget της. Υπολογίζοντας και ποσοστά από τα κέρδη στον υπόλοιπο κόσμο, καταλαβαίνει πολύ εύκολα κάποιος γιατί είναι ελκυστικό για ένα studio ένα τέτοιο φιλμ. Πολύ φθηνο σε σχέση με μια υπερπαραγώγη, πολύ ελαφρύ για κακή κριτική από το κοινό και πολύ απλό σε δημιουργικές ιδέες. Ηθοποιοί να το υποστηρίξουν είναι πολλοί και πρόθυμοι και σκηνοθέτες σαν τον Luketic ακόμη περισσότεροι. Ο τελευταίος μάλιστα καταφέρνει κάτι εντυπωσιακό, να μας κάνει να νοσταλγήσουμε το Legally Blonde που μοιάζει με κολοσσιαίο δημιούργημα σε σχέση με τα επόμενα του – Ted Hamilton, Monster-In-Law, 21, το παρόν.

[ Από το www.cinemart.gr]

Why festival now ?

WHY CINEMA NOW THESSALONIKI FILM FEST 09

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εξέδωσε την παρακάτω λιτή ανακοίνωση (ή αλλιώς το ανέκδοτο της ημέρας)

“Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι η διαδικασία υποβολής Αιτήσεων για τις Ελληνικές Ταινίες 2009 παρατείνεται έως την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009″

Σε περίπτωση νέας άρνησης θα οριστεί νέα παράταση ως 12 Νοεμβρίου ;  ‘Η δεχόμαστε και μέσα στη διάρκεια ;

Ιστορίες ταχυτήτων (ιντερνετικών και μη)

600x400_gallery_sc_movie_theater_1Σε ένα editorial του Sight and Sound πριν αρκετούς μήνες ο Nick James επισημαίνει κάτι που δειλά αρχίζει και φαίνεται στη παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και λογικά θα παγιωθεί στο μέλλον. Η σταδιακή αλλαγή της θεματολογίας των ταινιών που οφείλεται κατά κύριο λόγο στις διαφορετικές συνθήκες θέασης ενός φιλμ σε σχέση με το παρελθόν. Κατά παράδοση η πρώτη προβολή – που είναι και το βασικό έσοδο -  ενός νέου φιλμ γίνεται σε μια κινηματογραφική αίθουσα, σε έναν χώρο δηλαδή όπου βρίσκονται αρκετοί – άγνωστοι αναμεταξύ τους – άνθρωποι και το τελικό αποτέλεσμα θα πρέπει να ικανοποιήσει όλο και περισσότερους, στο μέτρο που είναι δυνατό αυτό. Στην εποχή του διαδικτύου όμως όλο και περισσότεροι θεατές εγκαταλείπουν την αίθουσα και προτιμούν να βλέπουν φιλμ στην οθόνη όχι μόνο της  τηλεόρασης τους αλλά και του υπολογιστή, ακόμη και του i-pod τους. Το προϊόν πλέον απευθύνεται σε ανθρώπους μόνους και το πεδίο για ανάπτυξη πιο σκοτεινών θεμάτων στη μαζική κινηματογραφική βιομηχανία ανοίγει.

Η παρατήρηση αυτή δεν αποτελεί το αντικείμενο του άρθρου, προκαλεί όμως θαυμασμό κυρίως λόγω της ετοιμότητας που υπάρχει από πλευράς της βιομηχανίας του θεάματος για σχεδιασμό κινήσεων που βασίζονται στις απαιτήσεις του κοινού. Ακόμη και αν τα νέα δεδομένα προσφέρουν λιγότερα κέρδη σε σχέση με το παρελθόν, γίνεται αντιληπτό πως κάθε άλλη κίνηση (που αγνοεί τις σημερινές συνήθειες και ανάγκες του κοινού) μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε αφανισμό. Στην Ελλάδα αντιθέτως η μεμψιμοιρία και η νοσταλγία για τις παλιές καλές εποχές καλά κρατεί. Αυτές δηλαδή που μια ταινία παιζόταν παντού την άνοιξη και στην Ελλάδα ερχόταν φθινόπωρο γιατί οι αιθουσάρχες έκαναν…τρίμηνες διακοπές το καλοκαίρι. Αυτές που ένας σινεφίλ της επαρχίας διάβαζε για ταινίες στην εφημερίδα και τις έβλεπε στο σπίτι του μετά από έναν χρόνο περίπου γιατί το μοναδικό σινεμά της περιοχής του τις έβρισκε αντιεμπορικές. Τι άλλαξε από τότε ; Πολλά, αλλά κυρίως ήρθε στη ζωή μας το internet. Και όπως με το πέρασμα του επέφερε σαρωτικές αλλαγές σε πολλούς τομείς της αγοράς, δεν άφησε τον κινηματογράφο απ’ έξω. Η υπερπροσφορά του προϊόντος εκεί, είτε ως διαρροή χωρίς άδεια, είτε ως νόμιμη πώληση άλλαξε άρδην τις συνήθειες του καταναλωτικού κοινού.

Τη περσινή σεζόν, που διόλου συμπτωματικά σχεδόν όλα τα σπίτια προμηθεύτηκαν και από μια ADSL, συνέβη το εξής παράδοξο. Το Slumdog Millionaire (όχι μόνο αυτό αλλά ήταν το πιο χαρακτηριστικό) πριν ακόμη βγουν οι υποψηφιότητες για τα Όσκαρ ήταν φαβορί και ενώ η κυκλοφορία του για την Ελλάδα ορίστηκε για τις 5 Μαρτίου, από τα Χριστούγεννα και έπειτα όλοι είχαν να εκφέρουν γνώμη γι’ αυτό.  Ειδικά μετά και το θρίαμβο των Όσκαρ η εντύπωση που δίνονταν ήταν πως…ως δια μαγείας το είχαν δει σχεδόν όλοι. Τι συνέβη ; Για μια μεγάλη σειρά υποψήφιων ταινιών (ειδικά των πρωτοκλασάτων) διέρρευσαν κόπιες που είχε στείλει η Ακαδημία σε κάποια μέλη της, με αποτέλεσμα να υπάρχουν παντού ελεύθερες προς κατέβασμα. Αυτό όμως που προκαλεί τη πιο μεγάλη απορία είναι η εμμονή των εταιρειών διανομής στον αρχικό προγραμματισμό τους που βασίζεται σε γνωστή και πετυχημένη τακτική του παρελθόντος. Οι συγκεκριμένες ταινίες να βγαίνουν μετά τις υποψηφιότητες, ώστε αυτές να χρησιμοποιούνται για τη προώθηση, ενώ ειδικά το φαβορί, όπως συνέβη και με το Slumdog, να βγαίνει στις αίθουσες μετά τα Όσκαρ για να γεμίζει η αφίσα με αγαλματίδια. Και αν μέχρι κάποια χρόνια μπορούσε να το βγάλει και τον Μάιο γιατί δεν είχε ανταγωνισμό, τώρα όμως, έστω και με αθέμιτο, η ολιγωρία αυτή είναι απαγορευτική.

Σε έναν κόσμο λοιπόν που τα πάντα μεταδίδονται ταχύτατα, τα φιλμ δε μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση. Έτσι οι κυκλοφορίες γνωστών ταινιών 5 και 6 μήνες μετά τη πρώτη προβολή τους σε άλλη χώρα θεωρούνται πλέον πολυτέλεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις,  2-3 μήνες περίπου μετά τη πρεμιέρα μια ταινία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διαρρέει. Και αν εξαιρέσουμε όμως το κατέβασμα ως απαράδεκτο, υπάρχουν περιπτώσεις κυκλοφοριών ταινιών με εξοργιστική καθυστέρηση. Εγώ προσωπικά αγόρασα το Son of Rambow (τιμημένο με BAFTA) πέρυσι σε DVD πριν κυκλοφορήσει σε αίθουσα στην Ελλάδα. Το Happy-Go-Lucky επίσης. Το Μάιο κυκλοφόρησε το Southland Tales (παραγωγής 2006!!) καθώς η εταιρεία έκρινε σκόπιμο να περιμένει 3 χρόνια για να ξεχαστεί το κράξιμο στις Κάνες. Τα παραδείγματα σκόπιμα αναφέρονται σε Region 2 DVD (και δυστυχώς είναι απλά ενδεικτικά μιας μεγάλης λίστας αντίστοιχων) ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή υποψία παρατυπίας. Πέρα απ ’αυτό οι αίθουσες που φιλοξενούν τις (συχνά καθυστερημένες) ταινίες καταπολεμούν τη μείωση των εισιτηρίων με …αύξηση των τιμών τους. Για έναν περίεργο λόγο στην ελληνική αίθουσα δεν λειτουργεί η λογική του απεριόριστου. Πληρώνοντας π.χ. κάποιος 30 ευρώ για απεριόριστες προβολές για έναν μήνα καθορίζει πλέον μόνος του αν βλέπει ένα φθηνό ή ακριβό προϊόν και αν τείνει προς το φθηνό μπορεί να το κάνει συνήθεια, κάτι που αν γίνει επιφέρει περισσότερα έσοδα καθώς ειδικά σε multiplex το κοινό ξοδεύει συνήθως παραπάνω χρήματα από ένα απλό αντίτιμο εισιτηρίου. Το πολύ διαδεδομένο στο εξωτερικό αυτό μέτρο δεν βρίσκει εφαρμογή είτε γιατί κρίνεται ασύμφορο, είτε γιατί διαφωνούν αίθουσα και διανομέας (εφόσον ο διανομέας παίρνει ποσοστό επί των εισιτηρίων δεν έχει πρόσβαση σε απεριόριστες κάρτες), είτε για…ανεξήγητους λόγους.

Πως αλλιώς καταπολεμά ο υπόλοιπος κόσμος τον σίφουνα internet ; Οι ταινίες ευρείας κατανάλωσης βγαίνουν όσο συντομότερα μπορούν πριν διαρρεύσει κάτι. Προλαβαίνουν τοshowtimeinaction δίκτυο. Σε αντίθετες περιπτώσεις δε διστάζουν να πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα. Το ίδιο το studio του Red Cliff διέρρευσε κόπια της ταινίας στο internet με εντελώς αλλαγμένο μοντάζ. Μετά το πέρας του εξαμήνου εξαιρετικής αισθητικής εκδόσεις DVD (και Blu-Ray πλέον) προσφέρονται σε προσιτές τιμές. Ποιος θα προτιμήσει αλήθεια να κατεβάσει το Kingdom of Heaven όταν προσφέρεται σε 4πλο δισκάκι στην τιμή των 4 ευρω. Στην Ελλάδα πάλι οι τιμές αυτές για τις πρόσφατες κυκλοφορίες ξεκινούν από 20 ευρώ ενώ πολύ συχνά στις λεγόμενες special editions προσφέρονται για extras ένα…extra χάρτινο κάλυμμα. Το moviemail-online (site πώλησης κυρίως arthouse ταινιών) προσφέρει δωρεάν 40 κλασικές ταινίες για προβολή απευθείας από το site. Τι κερδίζει θα μου πείτε ; Την εξοικείωση του κοινού σε εναλλακτικά μέσα διανομής. Το site της θρυλικής Criterion έχει επίσης εδώ και καιρό ψηφιακή ταινιοθήκη για όσους θεωρούν ακριβές τις ανεπανάληπτες εκδόσεις της. Τα προϊόντα σχεδιάζονται για όλες τις τσέπες με σκοπό να πείσουν τον σινεφίλ να παραμείνει καταναλωτής.

Ενώ λοιπόν το μέσο διαδίδεται σήμερα με…κινηματογραφικές ταχύτητες, παρατηρείται στη χώρα μας μια ανεξήγητη στασιμότητα. Το χειρότερο δε είναι, πως η επικρατούσα τάση για  τη καταπολέμηση των διαρροών είναι η προβολή μηνυμάτων που σχετίζονται με την ανηθικότητα του κατεβάσματος, σε μια χώρα που είναι γνωστό τοις πάσι πως κανείς δε δίνει δεκάρα για τέτοιες ευαισθησίες. Και όταν γίνεται επίκληση ηθικής για τους νόμους της αγοράς, που όλοι ξέρουμε πως μόνο ανθρωποκεντρικοί δεν είναι, αυτό μάλλον είναι ηττοπάθεια. Ή απλά ανικανότητα.